Σ, σ, ς

(αρχαία ελληνικά σίγμα και σΣ, σ, ςιγμα). Το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου. Αντιστοιχεί προς το σημιτικό shim (= δόντι, δέντρο). Στην ονομασία shim αντιστοιχεί η δωρική ονομασία σαν, ενώ η ονομασία σίγμα προέρχεται από το σημιτικό samech, το οποίο χρησιμοποιήθηκε αργότερα για την παράσταση του φθόγγου ξ. Για την παράσταση του σίγμα οι Έλληνες χρησιμοποίησαν τα διάφορα φωνητικά shim (W) και tsade ()· To tsade με τη μορφή Μ εμφανίζεται στα παλαιότερα αλφάβητα θήρας, Κρήτης, Κορίνθου κ.ά. To shim εμφανίζεται σαν ,  αρχικά και κατόπιν σαν  και _· Η τελευταία αυτή μορφή, καθιερωμένη από το ευκλείδειο αλφάβητο, επικράτησε μέχρι σήμερα. Ιδιότυπες παραστάσεις ήταν  (Ανακτόριον, Μίλητος), ,  (Κυρήνη, Λακωνική, Αίγινα κ.α.) και  (Τάρας). Η αποστρογγυλωμένη μορφή S απαντά στα δυτικά ελληνικά αλφάβητα, από όπου διαδόθηκε στην Ιταλία. Από φωνητική άποψη το σ είναι φθόγγος γλωσσο-φατνιακός, άήχος και διαρκής. Ο φθόγγος ς της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας διατηρήθηκε στην ελληνική στο τέλος λέξης ή σε συμπλέγματα με άλλα σύμφωνα: ινδοευρ. e - bhere-s, ελλην. έφερε-ς, ινδοευρ. ρίζα st(h)a-, ελλην. ί-στη-μι. Στην αρχή λέξης όμως, πριν από φωνήεν εξελίχτηκε σε δασύ πνεύμα: ινδοευρ. septm, ελλην. επτά. Στη μέση λέξης, μεταξύ φωνηέντων εξαφανίστηκε, αφού προηγουμένως τράπηκε σε δασεία: ινδοευρ. bhere - sai, ελλην (ομηρικό) φέρε-αι < φέρε (σ)αι φέρη (αττικό). Το σ αυτό αργότερα αποκαταστάθηκε σε αρκετούς, ιδίως ρηματικούς, τύπους αναλογικά: κατά το έτριψα (έτριβ - σα), ειπώθηκε έλυ-σ-α. Εκτός από το κληρονομημένο από την Ινδοευρωπαϊκή σ, έχουμε, στην αρχαία ελληνική, ανάπτυξη του φθόγγου από άλλους φθόγγους ή συμπλέγματα. Έτσι έχουμε στην Ιωνική - Αττική, Λεσβιακή, Κυπριακή κ.ά. τροπή των αρχαίων τι, τυ, ύστερα από φωνήεν, σε σι, συ: gvm-ti-s › βάσις, είκοσι, ήμισυς, αλλά δωρικά Fίκατι, ήμιτυς (Κρήτη)· β) τροπή των τj, θj σε σσ) σ: παντ-ja) πανσα) ›› πάσα· γ) τροπή οδοντικού πριν από οδοντικό σε σ:^επείθ-θην › επείσθην· δ) αφομοίωση του οδοντικού με επόμενο σ σε σσ: ποδσί) ομηρ. ποσσί. Στην Αττική τα δύο σσ απλοποιήθηκαν: ποσί· ε) τροπή των συμπλεγμάτων kj, χj σε σσ. Στην Αττική τα δύο σσ τράπηκαν σε ττ: φυλάκ-jω) φυλάσσω, φυλάττω· στ) τροπή του θ σε σ στη Λακωνική: ανέσηκε < ανέθηκε. Αντίθετα το σ μεταξύ αφώνων εξαφανίζεται: βέγλαβ-σθε › βέβλαφθε, λύκσνος › λύχνος (με τροπή του κ σε δασύ χ). Στη Λακωνική, Αργολική και Κυπριακή το σ, είτε κληρονομημένο είτε υστερογενές, τράπηκε μεταξύ φωνηέντων σε h και κατόπιν αποσιωπήθηκε: Λύhiππος, ενίκα-hε (= Λύσιππος, ενίκησε, Λακωνική), ορόντjα > ορώσα > opcoha > ορώhα (Λακωνική), ορούα (Τσακωνική). Επίσης αποβλήθηκε αρχικά στα συμπλέγματα σμ, σν, ρσ, λσ, νσ, μσ με αντέκταση: εσ-μί > ειμί, έστελ-σα > έστειλα, έμενσα > έμεινα. Στη Λεσβιακή και Θεσσαλική όμως αφομοιώθηκε προς τα υγρά και ένρινα: έμεννα (= έμεινα). Σε μερικές διαλέκτους τρέπεται σε δ (οδμή), σε τ (τήμερον) και σε ξ (ξυν). Στις διαλέκτους Ερέτριας και Ωρωπού, μεταξύ φωνηέντων ή πριν από ηχηρό σύμφωνο τράπηκε σε ρ: οπόσαι > οπόραι, και στην Ηλειακή και Λακωνική το τελικό ς τράπηκε σε ρ ανεξάρτητα του φθόγγου της επόμενης λέξης: Ζεύξιππορ (ρωτακισμός). Το σ προσθέτονταν σε λέξεις που άρχιζαν από σύμφωνο, ιδίως μ, τ: σ-μύραινα, σ-μικρός, καθώς και στο τέλος των λέξεων εκ (εκ-ς > εξ), ούτω, άχρι, μέχρι, όταν ακολουθούσε φωνήεν. Στη νέα ελληνική το σ προφέρεται ζ πριν από τα ηχηρά σύμφωνα β, γ, δ, μ, λ, ρ, είτε μέσα στη λέξη είτε σε συνεκφορά: σβήνω, τους Γάλλους. Επίσης προσθέτεται α) στην αρχή ουσιαστικών και ρημάτων (από συνεκφορά του τελικού ς άρθρων και αντωνυμιών): σκόνη, σκύβω (κόνις, κύ-πτω), β) στο τέλος προθέσεων, συνδέσμων και επιρρημάτων (αναλογικά με άλλα επιρρήματα που λήγουν σε -ς): κιόλα-ς, αποβραδύ-ς, και γ) στις προστακτικές αορίστου δε-ς, πε-ς, βρε-ς, κατά τα αρχαία δος, θες, άφες. Σσ Σσ Σσ

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.